Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν (Henri Cartier-Bresson)






Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν (Henri Cartier-Bresson, 22 Αυγούστου 1908 - 3 Αυγούστου 2004) ήταν Γάλλος φωτογράφος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ού αιώνα και ειδικότερα ένας από τους «πατέρες» της φωτοδημοσιογραφίας. Το έργο του έχει κερδίσει καθολική αναγνώριση σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο Μπρεσόν ανήκε σε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της Γαλλίας. Σπούδασε ζωγραφική την δεκαετία του 1920 και ασχολήθηκε με τη φωτογραφία την δεκαετία του 1930. Επισκέφθηκε την Ισπανία το1937 κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην χώρα και το 1940 συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε για 3 χρόνια. Δραπετεύει το 1943, φθάνει στη Γαλλία και μπαίνει στην αντίσταση, όπου συμμετέχει σε φωτογραφικά επιτελεία και καθοδηγεί την κινηματογράφηση και φωτογράφηση της κατοχής και της απελευθέρωσης του Παρισιού. Παράλληλα, κάνει τα φωτογραφικά πορτραίτα διαφόρων καλλιτεχνών. Το 1946 ο Μπρεσόν επέστρεψε στις Η.Π.Α για να πραγματοποιήσει έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (Museum of Modern Art). Το 1947 υπήρξε συνιδρυτής με τουςΡόμπερτ Κάπα και Ντέιβιντ Σέιμουρ, στο διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο Μάγκνουμ (Magnum), στο οποίο παρέμεινε μέλος του ως το 1966.
Πέθανε στο σπίτι του στο Παρίσι σε ηλικία 96 ετών.

Βιογραφία 

Παιδικά Χρόνια 

Ο Καρτιέ Μπρεσόν γεννήθηκε στο Σαντελού-αν-Μπρι (Chanteloup-en-Brie) στο διαμέρισμα Σεν-ε-Μαρν (Seine-et-Marne) της Γαλλίας και ήταν ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέρφια του. Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος παραγωγός κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, του οποίου τα νήματα ήταν παρόντα σε κάθε γαλλικό σετ ραπτικής. Οι οικογένεια από την μεριά της μητέρας του ήταν έμποροι βαμβακιού και γαιοκτήμονες από την Νορμανδία, όπου και πέρασε κομμάτι των παιδικών του χρόνων. Η οικογένεια Καρτιέ Μπρεσόν κατοικούσε σε μία συνοικία της αστικής τάξης στο Παρίσι, κοντά στην Πον ντε λ'Ερόπ (Pont de l' Europe) και του παρείχε οικονομική ενίσχυση για να αναπτύξει το ενδιαφέρον του για την φωτογραφία με έναν πιο ανεξάρτητο τρόπο απ' ότι άλλοι σύγχρονοί του. Επίσης, στον ελεύθερό του χρόνο, σκίτσαρε. Ο ίδιος περιέγραφε την οικογένεια του ως "Καθολικούς σοσιαλιστές".
Όταν ήταν μικρό παιδί, ο Καρτιέ Μπρεσόν, διέθετε μια φωτογραφική μηχανή Box Brownie, που χρησιμοποιούσε για να παίρνει φωτογραφίες στις διακοπές, ενώ αργότερα πειραματιζόταν με μία view camera3x4 ιντσών. Μεγάλωσε με τον παραδοσιακό γαλλικό αστικό τρόπο και μιλούσε στους γονείς του στον πληθυντικό. Ο πατέρας του ήταν σίγουρος ότι ο γιος του θα συνέχιζε την οικογενειακή επιχείρηση αλλά ο ίδιος ήταν ισχυρογνώμων και απωθούνταν από αυτή την προοπτική.

Τα πρώτα χρόνια 

Ο Καρτιέ Μπρεσόν φοίτησε στο Παρίσι στην Εκόλ Φενελόν (École Fénelon), ένα Καθολικό σχολείο. Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες να μάθει μουσική, ο θείος του Λουί, ένας ταλαντούχος ζωγράφος, τον εισήγαγε στην ελαιογραφία. «Η ζωγραφική έγινε η εμμονή μου από τότε που ο "Μυθικός μου πατέρας", ο αδερφός του πατέρα μου, με οδήγησε στο στουντιό του στις διακοπές των Χριστουγέννων του 1913, όταν ήμουν 5 ετών. Εκεί έζησα στην ατμόσφαιρα της ζωγραφικής, εισέπνευσα τους καμβάδες». Τα μαθήματα ζωγραφικής του θείου Λουί, όμως, κόπηκαν σύντομα όταν αυτός πέθανε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το 1927, σε ηλικία 19 ετών, ο Καρτιέ Μπρεσόν μπήκε σε μία ιδιωτική σχολή καλών τεχνών και στην Lhote Academy, το Παριζιάνικο στούντιο του κυβιστή ζωγράφου και γλύπτη Αντρέ Λοτ (André Lhote). Η φιλοδοξία του Lhote ήταν να συνενώσει την κυβιστική άποψη της πραγματικότητας με τις μορφές της κλασσικής τέχνης και να συνδέσει την κλασσική Γαλλική παράδοσης των Νικολά Πουσέν και Ζακ-Λουί Νταβίντ με τον Μοντερνισμό. Ο Καρτιέ Μπρεσόν σπούδασε επίσης ζωγραφική με τον Jacques Émile Blanche, που έκανε πορτέτα κοινωνικών και πολιτικών προσώπων. Την ίδια περίοδο διάβαζε Ντοστογιέφσκι, Σοπενάουερ, Ρεμπώ, Νίτσε, Μαλλαρμέ, Φρόιντ, Προυστ, Τζόις, Χέγκελ, Ένγκελς και Μαρξ. Ο Lhote έπαιρνε τους μαθητές του και επισκέπτονταν το Μουσείο του Λούβρου για να μελετήσουν κλασσική τέχνη και Παριζιάνικες γκαλερί για να δουν καινοτόμα μοντέρνα τέχνη. Το ενδιαφέρον του Καρτιέ Μπρεσόν για την μοντέρνα τέχνη συνδυαζόταν με το θαυμασμό του για τα έργα της Αναγέννησης - όπως τα αριστουργήματα των Γιαν φαν ΆικΠάολο Ουτσέλλο (Paolo Uccello), Μαζάτσο (Masaccio) και Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα (Piero della Francesca). Ο Καρτιέ Μπρεσόν θεωρούσε πολλές φορές τον Lhote ως τον καθηγητή φωτογραφίας του, χωρίς φωτογραφική μηχανή.






Το 1931, σε ηλικία 22 ετών, και αφού ολοκληρώνει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, εγκαταλείπει τις συστηματικές σπουδές και φεύγει για ένα ταξίδι στην Αφρική. Όπως θα δηλώσει ο ίδιος αργότερα σε μια συνέντευξή του: «έφυγα από το στούντιο του Lhote γιατί δεν ήθελα να αποδεχθώ τη συστημική προσέγγιση της Τέχνης. ήθελα να είμαι ο εαυτός μου.  Να αλλάξω μέσω της ζωγραφικής μου τον κόσμο όσο τίποτα άλλο στον κόσμο».  Επιστρέφει από το ταξίδι άρρωστος και η θεραπεία και ανάρρωσή του διαρκούν ένα μεγάλο διάστημα.  Τότε αγοράζει στη Μασσαλία, μια από τις πρώτες Leica που κυκλοφορούν, αυτή με φακό 50 χιλιοστών, που θα τον συνοδεύει για πολλά χρόνια.






Εμπνευσμένος από μια φωτογραφία του 1930, του Ούγγρου φωτογράφου Martin Munkacsi με τίτλο «Three Boys at Lake Tanganyika» (μπορείς να τη δεις στη διεύθυνση:http://www.artnet.com/artwork/132846/376/martin-munkacsi-liberia.html), σταματά να ασχολείται με τη ζωγραφική και η φωτογραφία παίρνει σοβαρό ρόλο στη ζωή του.  Όπως εξηγεί ο ίδιος «Όταν είδα για πρώτη φορά τη φωτογραφία του Munkacsi, με τα 3 μαύρα παιδιά να τρέχουν στα κύματα, δε μπορούσα να πιστέψω πως μπορεί να συλληφθεί μια τέτοια εικόνα με μια φωτογραφική μηχανή. Τότε ήταν η στιγμή που πήρα απλά τη μηχανή μου και βγήκα στο δρόμο».

Από τότε αρχίζει να «δουλεύει σκληρά και για την δική του ευχαρίστηση», έχοντας εξασφαλίσει ένα μικρό εισόδημα από την οικογένειά του. Συνειδητοποίησε πως για να βγάλει τις φωτογραφίες που επιθυμούσε με τον τρόπο που ήθελε χρειαζόταν σταθερό χέρι. Δεν ήθελε όμως να ανοίξει το διάφραγμα και να χρησιμοποιεί υψηλές ταχύτητες γιατί θα έχανε το βάθος πεδίου. Έτσι λοιπόν, έκοψε εντελώς το οινόπνευμα, το κάπνισμα και κάθε βλαβερή συνήθεια, αρχίζοντας παράλληλα εντατική γυμναστική. Γύρναγε όλη τη μέρα και φωτογράφιζε. Τις μόνες μέρες που καθότανε, ήταν οι μέρες με πολύ δυνατό ήλιο, αφού ο ήλιος περιόριζε τις οπτικές του γωνίες. «Προσπαθούσα να συλλάβω σε μια και μοναδική εικόνα το ουσιώδες μιας σκηνής που ξετυλιγόταν μπροστά μου», λέει ο ίδιος. Ταξιδεύει αρκετά, παρόλο που δεν τού αρέσουν τα ταξίδια, γιατί πιστεύει ότι το στοιχείο έκπληξης που γεννούν είναι θετικό για τη φωτογράφηση. Όσο για τα θέματά του, πάντα τα άφηνε στο τυχαίο της στιγμής.
Φωτογραφίζει στις Βρυξέλλες, στο Σαλέρνο της Ιταλίας, στη Μαδρίτη, στη Βαλένθια, στη Μαρσέιγ και βέβαια στο Παρίσι. Οι φωτογραφίες του για πρώτη φορά το 1933, εκτίθενται στο Julien Levy Gallery της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια στη Ateneo Club στη Μαδρίτη.  Εκεί εκτίθενται μεταξύ άλλων και κάποιες από τις σημαντικότερες φωτογραφίες του.


FRANCE. Paris. Place de l'Europe. Behind the Gare Saint-Lazare. 1932

Η διασημότερη ίσως φωτογραφία του. Η φωτογραφία δεν είναι στημένη. Όπως θα δηλώσει ο ίδιος «Υπήρχε μια σανίδα από τις επισκευές του φράχτη πίσω από τον σταθμό Gare Saint-Lazare. Έτυχε να βρίσκομαι στο σημείο εκείνο με τη μηχανή μου, μέσω ενός κενού στο φράχτη, και εκείνη τη στιγμή της λήψης ο άντρας πήδηξε». Προσέξτε σας παρακαλώ και την παρακάτω λεπτομέρεια: Τη χορευτική φιγούρα στην αφίσα που βρίσκεται στο βάθος. Μιμείται τέλεια την κίνηση του κυρίου που ίπταται. Μια από τις μαγικές λεπτομέρειες της φωτογραφίας αυτής.




Εξωτερικοί σύνδεσμοι 



Ανρί Καρτιέ - Μπρεσόν: Ο φωτογράφος: Η δημιουργία μιας εποχής

"βιβλίο από τον Βασίλη Καρκατσέλη και τις Εκδόσεις Σχήμα και Χρώμα"



Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Ο φωτογράφος, που κατ εξοχήν σημάδεψε έναν ολόκληρο τομέα της σύγχρονης φωτογραφίας, εξετάζεται στην πρωτότυπη αυτή εργασία παράλληλα με τα γεγονότα που χαρακτήρισαν τη ζωή του και τον διαμόρφωσαν ως άνθρωπο και καλλιτέχνη.
Ο φωτογράφος της "Αποφασιστικής Στιγμής" παρουσιάζεται στα πρώτα του βήματα ως ζωγράφος. Βλέπουμε τις νεανικές επιρροές από πουρισμό, σουρεαλισμό και φτάνουμε, χρονιά τη χρονιά μέχρι και το 1973, τότε που ο Έλληνας φίλος του Τεριάντ - Ελευθεριάδης, τον έπεισε να σταματήσει τη φωτογραφία.
Αποσπάσματα από μανιφέστα και κείμενα, συνοπτικά χρονολόγια, φωτογραφίες, καθώς και μία πλήρης βιβλιογραφία, συμπληρώνουν το κείμενο.
Αξίζει ίσως να τονιστεί ο ξεχωριστός τρόπος ανάπτυξης του βιβλίου: Η ζωή και οι διαμορφούμενες κάθε φορά απόψεις του φωτογράφου περιγράφονται στις δεξιές σελίδες, ενώ στις αριστερές, ο αναγνώστης βρίσκει όλα εκείνα τα αποσπάσματα που τον βοηθάνε να κατανοήσει την εποχή, την εξέλιξη της σκέψης και τέλος το ίδιο το έργο του καλλιτέχνη.

Λεπτομέρειες

Εκδόσεις: Σχήμα και Χρώμα
Υπότίτλος: Ο φωτογράφος: Η δημιουργία μιας εποχής
Κωδικός προϊόντος: 69269
ISBN: 960-7400-07-0
Γλώσσα: Ελληνικά
Έτος Έκδοσης: 1995
Τόπος Έκδοσης: Θεσσαλονίκη
Αριθμός Σελίδων: 109
Είδος: Βιβλίο
Εξώφυλλο: Μαλακό εξώφυλλο
Τόμοι: 1
Διαστάσεις: 21χ14


πηγή: http://fmag.gr




«Καιροφυλακτούσε σαν καλός κυνηγός»

«Γνώρισα τον Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν στην Ανδρο στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε έκθεση έργων του που φιλοξενούσε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή» θυμάται ο Τάκης Τζίμας. Ο εκδότης του περιοδικού «Φωτογράφος» και επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Φωτογραφίας και Οπτικοακουστικών Τεχνών του ΤΕΙ Αθήνας επιβεβαιώνει τα όσα κυκλοφορούσαν για τον ιδιοσυγκρασιακό φωτογράφο: «Η φήμη του απρόσιτου που τον ακολουθούσε ήταν αληθής. (...) Θυμάμαι είχα κουβαλήσει μαζί μου τη μεταπτυχιακή εργασία που είχα εκπονήσει για αυτόν ως φοιτητής στο Παρίσι. Στο εξώφυλλο έγραφε: “Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, φωτογράφος. Το έργο και η ζωή του”. Οταν του την έδειξα, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι πλάι στη λέξη φωτογράφος μού έβαλε τρία ερωτηματικά και στη συνέχεια σχολίασε με το γαλλικό του χιούμορ: “Μα τι είσαι, νεκρόφιλος; Δεν πέθανα ακόμη”. Θα ήταν τότε ογδοντάρης».
Τι είναι ο Μπρεσόν σε μια φράση; «Για εμένα το όνομά του είναι συνώνυμο με την παγωμένη κίνηση σε απόλυτη ισορροπία. Διέθετε κοφτερή ματιά, ήξερε να συνθέτει τα έργα του σε τέλεια ισορροπία χωρίς να υποκύπτει στο χυδαίο ή στο πρόστυχο, έθιγε τα θέματά του με μεγάλη τρυφερότητα, ενώ το περιεχόμενο των κάδρων του πραγματικά σε άρπαζε από το βλέμμα. Τον διέκρινε επίσης μεγάλο πείσμα για τη δουλειά του. Βρέθηκε να φωτογραφίζει στη Μαοϊκή Κίνα και στην πρώην Σοβιετική Ενωση τότε που δεν περνούσε κουνούπι. Δημιούργησε ολόκληρη σχολή γύρω από το δόγμα της “αποφασιστικής στιγμής” και κληροδότησε στους μεταγενέστερους ένα βλέμμα, μια στάση ζωής, μια θέαση των γεγονότων από μια πιο ανθρωπιστική σκοπιά. Είχε καλλιεργηθεί ο μύθος, χωρίς να το επιδιώκει ο ίδιος βέβαια, ότι ήταν τόσο προικισμένος, που προέβλεπε και πατούσε αυτόματα το κουμπί χωρίς δεύτερη σκέψη. Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος από αρκετούς οι οποίοι βάζουν τη δουλειά του στο μικροσκόπιο και υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει αποφασιστική στιγμή, ότι είναι όλα σκηνοθετημένα. Εγώ έμεινα ικανοποιημένος από την απάντηση του Τσαρούχη που είχε πει τότε ότι τον είχε παρατηρήσει που έμενε επί ώρες σε εκείνο το σημείο, περιμένοντας το θήραμά του. Είχε μια εικόνα στο μυαλό του και καιροφυλακτούσε σαν καλός κυνηγός ώσπου να την εκμαιεύσει».




«Με την “αποφασιστική του στιγμή” επηρέασε γενεές φωτογράφων»

«O Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, o φωτογράφος, ο φωτοδημοσιογράφος, ο σκηνοθέτης κινηματογράφου, ο ζωγράφος, ο σουρεαλιστής και πάνω από όλα ο δημιουργός που χάραξε ένα από τα πιο σημαντικά σύνορα του φωτογραφικού μέσου, με την “αποφασιστική του στιγμή” επηρέασε γενεές φωτογράφων. Και όπως όλοι οι κανόνες λειτουργούν σαν φάροι για τους δημιουργούς, συγχρόνως τους δεσμεύουν σε έναν μόνο τρόπο σκέψης. O Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν και η θεωρητική του προσέγγιση αποτέλεσαν και έναν ογκόλιθο για νέους φωτογράφους, το βάρος του οποίου δεν μπορούσαν πάντα να σηκώσουν και έμεναν στη σκιά του. Μπορεί, όπως δήλωσε ο Ρίτσαρντ Αβεντον, ο Μπρεσόν να αποτελεί τον “Τολστόι της φωτογραφίας”, αλλά όπως και οι ρώσοι κλασικοί έτσι και εκείνος λειτουργεί ως “κανόνας” στην ιστορία της παγκόσμιας φωτογραφίας, και όχι ως ένας δάσκαλος του οποίου τα προτάγματα πρέπει ακόμη να ακολουθούνται με ευλάβεια. Πολλοί ανέδειξαν και τις άλλες πτυχές του Μπρεσόν και του πολυσχιδούς ταλέντου του, το οποίο αντλούσε έμπνευση και υλικό από παντού, χωρίς να ανήκει πουθενά – ο Πίτερ Γκαλάσι του ΜοΜΑ το κατόρθωσε αυτό και το 1987 με μία έκθεση στην οποία ανεδείκνυε την επιρροή του σουρεαλισμού στο πρώιμο έργο του φωτογράφου. Και είναι αξιοσημείωτη η θέση που ο Μπρεσόν κατάφερε να δώσει με το έργο του, τη θεματολογία του (όπως προέκυπτε από τα αναρίθμητα ταξίδια του) και τη γραφή του στη φωτοδημοσιογραφία, αποδίδοντάς της τη σοβαρή διάσταση που της άρμοζε, αλλά της εξέλιπε. Παρ' όλα αυτά είναι σχεδόν ειρωνικό πως για τον ίδιο η αποφασιστική του στιγμή είχε κριθεί πολύ νωρίτερα στη ζωή του, όταν ακολούθησε τη φωτογραφία, ενώ είχε ξεκινήσει ως ζωγράφος (και ξαναγύρισε στη ζωγραφική όταν εγκατέλειψε τη φωτογραφία στα 60 του). Ισως βέβαια είναι προτιμότερο ότι έφερε το βάρος της μετριότητας του ζωγράφου και το επικό ύψος ενός ιδιοφυούς δημιουργού».

Bαγγέλης Ιωακειμίδης
Διευθυντής Μ.Φ.Θ

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 500, σελ. 44-49, 16/05/2010.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου